Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκτείνω
- απόδοση: κατέχω ή καταλαμβάνω χώρο / απλώνω / απλώνομαι σε μεγαλύτερο χώρο / επεκτείνομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το κτήμα εκτείνεται σε ορεινή έκταση του Παρνασσού επιφανείας δεκάδων στρεμμάτων





