Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επεκτείνω
- απόδοση: αυξάνω καταλαμβάνουσα έκταση / προκαλώ εδαφική εξάπλωση / εξαπλώνομαι σε διαφορετικούς τομείς
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το κτήμα επεκτάθηκε σε δασική έκταση γειτνιάζουσα με αυτό εν μία νυκτί





