Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μετεπιβιβάζω
- απόδοση: επιβιβάζω σε άλλο μεταφορικό μέσο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η μετάβαση με υπεραστικό λεωφορείο στην Παραλία Διστόμου γίνεται μετεπιβιβαζόμενοι στο σταθμό της Λειβαδιάς





