Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποδημώ
- απόδοση: μεταβαίνω προκειμένου να εγκατασταθώ μονίμως σε άλλη χώρα / αναφερόμενοι σε πτηνά που μετακινούνται ομαδόν σε περιοχές με θερμότερο κλίμα προκειμένου να διαχειμάσουν
- συγγενές: μεταναστεύω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
προτίθεται να αποδημήσει τον ερχόμενο χρόνο σε πολιτεία της Αυστραλίας





