Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παραλογίζομαι
- απόδοση: συλλογίζομαι παραβιάζοντας συλλογιστικούς κανόνες / σκέπτομαι & ενεργώ σε πλήρη αντίθεση με τη φρόνηση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
όταν θιγεί ο εγωισμός του παραλογίζεται παραμερίζοντας τη φρόνηση
τον παρακολουθούσα σιωπηλά επί μακρόν να παραλογίζεται δια των σκέψεων που παρουσίαζε





