Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συσσωρεύω
- απόδοση: συγκεντρώνω πλήθος σε περιορισμένο χώρο / αυξάνω στοιχεία που ήδη υπάρχουν
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
συσσώρευσε πλήθος εκκρεμοτήτων & η διαμορφωμένη κατάσταση κατέστη πνιγηρή





