Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκτελώ
- απόδοση: πραγματοποιώ / εφαρμόζω / εκπληρώνω καθήκον / θανατώνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εκτελέσθηκε επί τόπου μετά από συνοπτικές διαδικασίες
εκτελεί καθήκοντα…
λ βοηθού σε γραφείο μεγαλοδικηγόρου
λ διευθύνοντος συμβούλου σε εμπορική επιχείρηση
εξετέλεσε…
λ με αυτοθυσία το πατριωτικό καθήκον
λ την αποστολή του επιτυχέστατα





