Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκτιμώ
- απόδοση: υπολογίζω αξία ποσότητα μέγεθος σημασία πραγμάτων καταστάσεων ενεργειών / έχω καλή γνώμη για κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εκτίμησα την εργατικότητά της & την συνεχάρη
εκτιμήσαμε την ειλικρίνειά του η οποία & μας καθήλωσε
εκτίμησε εσφαλμένα τον κίνδυνο από την διαρκώς επεκτεινόμενη πυρκαγιά & έχασε τον έλεγχο της καταστάσεως
εκτιμώ τον καλό του χαρακτήρα
εξετίμησαν άπαντες τις προσπάθειες & τις θυσίες του
πως εκτιμάτε τις ενέργειές του ;





