Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συμβιβάζω
- απόδοση: επενεργώ ώστε άτομα ή σύνολα ατόμων να εξομαλύνουν τις διαφορές τους δια αμοιβαίων υποχωρήσεων / κάνω με αντίπαλο ή αντίδικο αμοιβαίες υποχωρήσεις καταλήγοντας σε συμφωνία / παραιτούμαι από διεκδικήσεις / υποχωρώ σε ηθικής φύσεως ζητήματα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επιδίωξε να τους συμβιβάσει προτού η κατάσταση οδηγηθεί στα άκρα





