Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκτίω
- απόδοση: βρίσκομαι στη φυλακή & εκπληρώνω ποινή φυλακίσεως
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εκτίει ποινή δεκαετούς φυλακίσεως σε σωφρονιστικό κατάστημα της Κρήτης
εξέτισε την ποινή του εργαζόμενος σε αγροκτήματα





