Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκτονώνω
- απόδοση: οδηγώ σε εξασθένιση φυσική δύναμη με σταδιακή απελευθέρωσή της / μειώνω την ένταση συναισθήματος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εκτονώνει κατ΄ αυτόν τον τρόπο την ψυχοπαθολογική κατάσταση που τον διέπει





