Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απωθώ
- απόδοση: αποκρούω επιτιθέμενο / απομακρύνω βίαια / προκαλώ αποστροφή ή τάσεις απομάκρυνσης & αποφυγής / απομακρύνω από το συνειδητό ανικανοποίητα συναισθήματα ή δυσμενή βιώματα που δεν είναι αποδεκτά
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τον απώθησε με βίαιο τρόπο προκαλώντας μικροτραυματισμό





