Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ελεεινολογώ
- απόδοση: μιλώ περιγράφοντας ως ελεεινό & άξιο οίκτου κάτι
- αντίθετο: μακαρίζω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ως συνήθως ελεεινολογεί τον εαυτό του
ως συνήθως ελεεινολογεί τον εαυτό του

