Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ελκύω
- απόδοση: προσελκύω / τραβώ / θέλγω / γοητεύω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
προσελκύει το ενδιαφέρον δια της προβαλλόμενης γυμνότητας
δε με ελκύει το καπνίζειν
προσελκύει το ενδιαφέρον δια της προβαλλόμενης γυμνότητας
δε με ελκύει το καπνίζειν

