Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
έλκω
- απόδοση: τραβώ / σέρνω προς το μέρος μου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η λεγάμενη έλκει την προσοχή του επί μακρόν
το προπορευόμενο όχημα έλκει το ακολουθούμενο





