Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ανακουφίζω
- απόδοση: απαλλάσσω από σωματικό ή ψυχικό πόνο / καταπραΰνω / αφαιρώ ευθύνες προκαλώντας ανάπαυση σε κάποιον / προσφέρω οικονομική ελάφρυνση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η ακρόαση ποιοτικής μουσικής ανακουφίζει από την ψυχική κόπωση
η μείωση των φορολογικών συντελεστών ανακούφισε τις οικονομικά ασθενέστερες τάξεις





