Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
σωφρονίζω
- απόδοση: βελτιώνω την διαγωγή υποπίπτοντος σε παράπτωμα ή αδίκημα κυρίως με επιβολή ποινών
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
σε κάθε αταξία τον σωφρόνιζε δια της χειροδικίας





