Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παραδειγματίζω
- απόδοση: ενεργώ προς σωφρονισμό άλλου ή άλλων δια παραδείγματος / αξιοποιώ εμπειρία τρίτων για τον παραδειγματισμό νεωτέρων ή μεταγενεστέρων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι απροσκύνητες ψυχές της Ελληνικής Επαναστάσεως παραδειγματίζουν τους μεταγενεστέρους





