Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποποιούμαι
- απόδοση: αρνούμαι / δεν αποδέχομαι κάτι το προσφερόμενο ή προτεινόμενο / δεν αποδέχομαι κάτι που μου επιρρίπτεται ως ευθύνη ή κατηγορία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αποποιήθηκε την κατηγορία περί καταχρήσεως δημοσίου χρήματος





