Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ηττήθην
- απόδοση: καταβλήθηκε από αντίπαλη δύναμη / υπέστη ήττα / κατέληξε σε αποτυχία σε αναμέτρηση
- ρήμα: ηττώμαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αξιόλογη στρατιωτική μηχανή η οποία εν τέλει ηττήθην κατά κράτος





