Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συναλλάσσομαι
- απόδοση: διατηρώ εμπορικές συναλλαγές / έχω δοσοληψίες / συμμετέχω σε αθέμιτες προσφορές που αποσκοπούν σε επίτευξη συμφωνίας με σκοπό το προσωπικό όφελος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
μεταξύ άλλων συναλλάσσεται με σκοτεινούς τύπους της αγοράς





