Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συλλειτουργώ
- απόδοση: για ιερωμένο που λειτουργεί με άλλον ή με άλλους ιερωμένους
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
προσφάτως ο Πατριάρχης Μόσχας συλλειτούργησε με τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών στην Αθήνα





