Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συμπορεύομαι
- απόδοση: ακολουθώ πορεία με άλλο ή με άλλα πρόσωπα / συμφωνώ επί ιδεολογικών ή πολιτικών απόψεων & συμμετέχω σε κοινή προσπάθεια / συνεργάζομαι με άτομο ή άτομα με πνεύμα κατανόησης
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
συμπορευόμενα τα ευρωπαϊκά κράτη αποβλέπουν στην υλοποίηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης





