Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συμπάσχω
- απόδοση: πάσχω με πάσχοντα / αισθάνομαι αισθήματα λύπης για άτομο ή άτομα που αντιμετωπίζουν ψυχικό ή σωματικό πόνο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ούτε κατά διάνοια συμπάσχει με τα βάσανα της συζύγου του





