Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διευθύνω
- απόδοση: ενεργώ ως κατέχων την εποπτεία υπηρεσίας επιχείρησης ή οργανισμού / κατευθύνω άτομο ή σύνολο ατόμων / συντονίζω μουσικό σύνολο ή χορωδία / συντονίζω συζήτηση ή ομιλία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αρέσκεται να διευθύνει το οικογενειακό περιβάλλον δίνοντας κατευθυντήριες γραμμές
διεύθυνε την κρατική ορχήστρα επί σειρά ετών





