Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κατευθύνω
- απόδοση: οδηγώ άτομο ή κατάσταση προς ορισμένο σημείο δια των ενεργειών μου / ασκώ επίδραση διαμορφώνοντας εξελίξεις ενεργειών
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κατεύθυνε τη συζήτηση στα υπαρξιακά προβλήματα που τον ορίζουν





