Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μεθοδεύω
- απόδοση: προετοιμάζω με συστηματικές ενέργειες / ενεργώ βαθμιαία στην υλοποίηση στόχου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
μεθόδευσε επί μακρόν τον αφελληνισμό της παιδείας ενεργών δολίως





