Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
δυσκολεύω
- απόδοση: δημιουργώ εμπόδια στην ομαλή εξέλιξη ενέργειας / δημιουργώ δυσκολίες / εκφράζω δισταγμό σε ενέργεια ή αποδοχή διότι το θεωρώ δύσκολο / έχω οικονομικές δυσκολίες
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δυσκολεύομαι να αποδεχθώ ως πραγματικό γεγονός τις αναφερόμενες ακρότητες
η έλλειψη προγραμματισμού δυσκολεύει την εξέλιξη του εγχειρήματος





