Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
σκηνοθετώ
- απόδοση: φροντίζω επιμελούμαι διευθύνω την καλλιτεχνική μεταφορά έργου στο θέατρο στον κινηματογράφο στην τηλεόραση / μεθοδεύω ενοχοποίηση ή εξαπάτηση ατόμου ή ατόμων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
σκηνοθέτησε πραξικοπηματική ενέργεια προκειμένου να δικαιολογήσει τη λήψη αυταρχικών μέτρων





