Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κυριολεκτώ
- απόδοση: κάνω χρήση λέξεως ή φράσεως με την απολύτως ακριβή σημασία αυτής / εκφράζομαι με σαφήνεια άνευ υπερβολών
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δεν πρόκειται περί υπερβολών αναφέρομαι σε πραγματικό γεγονός & κυριολεκτώ





