Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συμπεραίνω
- απόδοση: καταλήγω σε συμπέρασμα / σχηματίζω κρίση στηριζόμενος σε δεδομένα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τα δεδομένα βοηθούν να συμπεράνω ότι πρόκειται για τον υπαίτιο





