Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επικρίνω
- απόδοση: ενεργώ εκφραζόμενος με δυσμενή κρίση για άτομο ή κατάσταση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η κινηματογραφική ταινία επικρίθηκε εντονότατα από τους εθνικιστικούς κύκλους





