Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καθηλώνω
- απόδοση: περιορίζω τις κινήσεις ατόμου σε περιορισμένο χώρο / αναγκάζω κάποιον να παραμείνει ακίνητος / ακινητοποιώ / δεν αντιδρά λόγω εντόνου επιδράσεως / δημιουργώ εμπόδια σε εξέλιξη καταστάσεως / εμποδίζω άτομο ή σύνολο να αναπτύξει δραστηριότητα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η πολιτική αστάθεια καθήλωσε επί μακρόν το Χρηματιστήριο Αξιών
ο σφοδρότατος βομβαρδισμός των εχθρικών θέσεων καθήλωσε τις εχθρικές δυνάμεις





