Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παραποιώ
- απόδοση: απομιμούμαι κατά δόλιο τρόπο αντικείμενο αξίας / παραχαράσσω / αλλοιώνω κατά τρόπον αυθαίρετο προκειμένου να επωφεληθώ από κάτι
εκνευρίζει το γεγονός ό,τι παραποιεί το νόημα των λεγομένων εκ συστήματος
παραποιεί ιστορικά γεγονότα της Ελληνικής Επαναστάσεως με πλήρη συνείδηση της αυθαιρεσίας του
παραποίησε τα λεγόμενα του διευθύνοντος συμβούλου προς ίδιον όφελος
παραποίησε χαρτονομίσματα & συνελήφθηκε κατά την διάθεση αυτών





