Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αλλοιώνω
- απόδοση: προκαλώ αποσύνθεση ουσιών ζωικής ή φυτικής προελεύσεως / μεταβάλλω τα ιδιαίτερα γνωρίσματα πράγματος ή καταστάσεως προς το χειρότερο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τα χρώματα αλλοιώθηκαν έντονα από την ηλιακή ακτινοβολία





