Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ναοδομώ
- απόδοση: οικοδομώ αποπερατώνω ναό / προσθέτω προσθήκη σε υπάρχοντα ναό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η ενορία Άνω Παπάγου αποφάσισε να ναοδομήσει σύγχρονης αρχιτεκτονικής εκκλησία για την εξυπηρέτηση των αναγκών της





