Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απεχθάνομαι
- απόδοση: αισθάνομαι έντονη αποστροφή για κάτι / αισθάνομαι άκρα αντιπάθεια για κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
απεχθάνεται τις θεολογικού περιεχομένου συζητήσεις





