Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καταρρακώνω
- απόδοση: μεταβάλλω άτομο σε ηθικό ή ψυχικό ράκος / μειώνω ηθικά έως εξευτελισμού κάποιον
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η απώλεια του συζύγου την καταρράκωσε ψυχικά





