Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καταρρέω
- απόδοση: πέφτω / σωριάζομαι / καταλήγω ερείπιο / χάνω πλήρως τις ψυχικές ή σωματικές δυνάμεις / αναφερόμενοι σε κάτι που παύει να ισχύει ή να υπάρχει κατόπιν ολοκληρωτικής καταστροφής
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το διαζύγιο προκάλεσε κατάσταση εξ αιτίας της οποίας κατέρρευσε ψυχικά





