Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συμπαθώ
- απόδοση: τρέφω συναισθήματα για άτομο χωρίς την ένταση της αγάπης / εκφράζω ερωτικό ενδιαφέρον όχι με σφοδρότητα / παρουσιάζω κλίση & ενδιαφέρον για κάτι / κάτι που μου αρέσει αρκετά
- αντίθετο: αντιπαθώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
συμπαθεί στο έπακρον την καθηγήτρια Γαλλικών για τον χαρακτήρα της & τη φιλική διάθεση που εκφράζει προς τους φοιτητές





