Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αντιπαθώ
- απόδοση: κυριεύομαι από αντιπάθεια προς άτομο ή κατάσταση
- αντίθετο: συμπαθώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
είναι έκδηλο ότι αντιπαθεί τον αδελφό του σε σημείο που ξενίζει





