Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποκλίνω
- απόδοση: ακολουθώ πλάγια πορεία σε σχέση με την προκαθορισμένη
- αντίθετο: συγκλίνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η συνάντηση κατέληξε σε αδιέξοδο διότι αποκλίνουν οι απόψεις τους





