Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συγκλίνω
- απόδοση: ορμώμενος από διαφορετικό σημείο κατευθύνομαι στο αυτό σημείο με άλλο άτομο ή πλήθος ατόμων / πλησιάζω / προσεγγίζω
- αντίθετο: αποκλίνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ομάδες ταραχοποιών στοιχείων από διάφορες συνοικίες συγκλίνουν στο κέντρο της Αθήνας





