Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ενορχηστρώνω
- απόδοση: κατανέμω στα μουσικά όργανα ορχήστρας τα μέρη μουσικού έργου / συντονίζω επιθετικές ενέργειες που συγκλίνουν στον ίδιο στόχο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δέχθηκε τα ενορχηστρωμένα πυρά των πολιτικών αντιπάλων του





