Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απαλλάσσω
- απόδοση: απομακρύνω από άτομο ή σύνολο ενοχλητικό ερέθισμα / εξαιρώ άτομο από υποχρέωση που αφορά σύνολο ατόμων για ειδικούς λόγους / αθωώνω άτομο λόγω μη στοιχειοθετούμενης κατηγορίας
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το δικαστήριο τον απάλλαξε λόγω μη στοιχειοθετούμενης κατηγορίας για υπεξαίρεση





