Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συκοφαντώ
- απόδοση: χρησιμοποιώ ψευδή στοιχεία προκειμένου να προκαλέσω ηθική βλάβη σε άτομο / διαστρεβλώνω κατάσταση προκειμένου να την καταπολεμήσω / διαδίδω αναληθείς κατηγορίες εις βάρος ατόμου ή συνόλου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τον συκοφάντησε προκειμένου να τον εκμηδενίσει ηθικά με τον πλέον αισχρό τρόπο





