Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κονιορτοποιώ
- απόδοση: μεταβάλω στερεό σώμα σε λεπτότατους κόκκους / εκμηδενίζω φραστικά αντίπαλο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
προγραμματισμένη εργασία του εργαστηρίου είναι να κονιορτοποιήσει υπολείμματα όγκων μαρμάρου





