Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καταπλέω
- απόδοση: αναφερόμενοι σε πλοίο που προσεγγίζει λιμάνι / με ειρωνική διάθεση για άφιξη ανεπιθύμητου προσώπου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κατέπλευσαν ομαδόν οι συγγενείς της συζύγου





