Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ρέω
- απόδοση: αναφερόμενοι σε μάζα υγρή ή ρευστή η κινούμενη σε ορισμένη κατεύθυνση / διατίθεμαι εις ποσότητα / προκειμένου για λόγο απαλό & ευχάριστο ο με νοηματική καθαρότητα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εκφράζει λόγο που ρέει με φυσικό ρυθμό & απαλότητα





