Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συνάγω
- απόδοση: συγκεντρώνω / καταλήγω σε συμπέρασμα / εξάγω συμπέρασμα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
από τα προκύπτοντα γεγονότα συνήχθησαν ποικίλα συμπεράσματα
εκ των βιωμάτων τούτων συνήχθη θλιβερό συμπέρασμα





